ΜΑΡΟΚΟ 1987 ΙΙΙ

ΜΑΡΟΚΟ 1987 ΙΙΙ

ΜΑΡΟΚΚΟ Γ’

ΑΠΟ ΑΓΚΑΝΤΙΡ ΕΩΣ (Κ)ΟΥΑΡΖΑΖΑΤ

Αγκαντίρ-(Κ)Ουαρζαζάτ = 400χλμ

(Κ)Ουαρζαζάτ-Ζαγορά-Σαχάρα-επιστροφή = 400χλμ

Ήρθε η ώρα να αφήσουμε το ήσυχο Μαρόκο και να ξεκινήσουμε την πραγματική περιπέτεια. Θα είχαμε την πλάτη μας στη θάλασσα και θα ταξιδεύαμε ανατολικά για 400km προς το (Κ)Ουαρσαζάτ. Σε μια αφιλόξενη περιοχή άνυδρη και ξηρή, όπου δεν θα συναντούσαμε πόλεις ή χωριά τουλάχιστον απ’ ότι βλέπαμε στο χάρτη. Ειδικά μετά την Taroudant όπου θα ταξιδεύαμε παράλληλα με τον Κάτω Άτλαντα. Στο (Κ)Ουαρσαζάτ το οποίο κάποτε ήτανε μια όαση στην έρημο ενώ τώρα πόλη θα ψάχναμε να βρούμε την ταβέρνα και το μπακάλικο του Δημήτρη, ενός Έλληνα πολύ γνωστού στην περιοχή απ’ ότι μας είχε πει κάποιος στο Αγκαντίρ όταν έμαθε ότι ήμαστε Έλληνες.

Πριν φύγουμε όμως θα κάναμε μια στάση έξω από την πόλη σε μια περιοχή για την οποία μας μιλάγανε όλοι οι ντόπιοι παρακινώντας μας να την επισκεφθούμε. Όλοι μιλούσα για την “fantasia” που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας χώρος, κάτι σαν Αυλή Θαυμάτων, φτιαγμένος για τους τουρίστες όπου οι ντόπιοι έδειχνα τις ικανότητες τους και τις παραδόσεις τους. Φτάσαμε πρωί, πρωί και ήδη στο προαύλιο μας υποδεχόντουσαν ακροβάτες που μας προιδέαζαν για το θέαμα που μας περίμενε μέσα. Αφού μαζεύτηκαν και μερικά πούλμαν με τουρίστες και γέμισαν οι οντάδες και τα καθίσματα κάτω από την παραδοσιακή βερβέρικη σκηνή άρχισε το σπετάκολο. Γητευτές φιδιών, ακροβάτες, “άνθρωποι λάστιχο”, βέρβεροι χορευτές και χορεύτριες με τις παραδοσιακές blue indigo στολές τους και μουσικοί. Και τέλος ένα εντυπωσιακό φινάλε με περήφανους πολεμιστές πάνω στα άτια τους με τα μπροστογεμή τουφέκια τους ξεχύθηκαν καλπάζωντας προς το μέρος μας σταματώντας μια ανάσα πριν μας πατήσουν πυροβολώντας με τον καπνό που ξεχυνόταν από τα μακρύκανα καρυοφιλιά τους. Τσάι με μέντα, το παραδοσιακό τους ρόφημα και όλοι μαζί στην ουρά να χορέψουμε μαζί τους. Ένα θέαμα που σίγουρα οι ντόπιοι διανοούμενοι θα το θεωρούν κιτς όπως εμείς τους τσολιάδες και τις ανατολίτισσες που φέρουν βόλτες τις ταβέρνες της Πλάκας, διασκεδάζωντας τους τουρίστες. Το ευχαριστηθήκαμε κι εμείς όπως συμβαίνει και εδώ σε εμάς με τους ξένους και ήταν από τα πράγματα που μας έμειναν.

 

(Κλικ στις φωτογραφίες για μεγένθυση)

    

        

Και ξεκινάει το ταξίδι…

Τετρακόσια χιλιόμετρα ερημιάς όσο έφτανε το μάτι. Μια άσφαλτος μόνο μπροστά χωρίς ίχνος άλλων οχημάτων. Αραιά και που ταμπέλες που σηματοδοτούσαν χωριά που δεν βλέπαμε κρυμένα σε κάποιο μικρό χάσμα κάποιου ποταμού σαν να ήταν θαμένα κάτω από την επιφάνεια της γής. Ταμπέλες για ποτάμια (Oued) που τα καταλάβαινες μόνο από τις γέφυρες πάνω από τις στεγνές κοίτες. Όρια ταχύτητας χωρίς νόημα μια και τίποτα δεν συναντούσες. Αριστερά μας ο όγκος του Κάτω Άτλαντα και δεξιά μας χέρσα χωράφια με σπαρμένους φοίνικες εδώ κι εκεί. Και όταν (πολύ συχνά) οι ατέλειωτες ευθείες σου επέτρεπαν να στρέψεις το βλέμα σου δεξιά και αριστερά ανακάλυπτες σπίτια από πηλό και λάσπη κολημένα το ένα στο άλλο που σχημάτιζαν χωριά-καταυλισμούς, σε τέλεια παραλλαγή με το περιβάλλον, αόρατα από το ανύποπτο βλέμμα. Μ’ αυτό που ίσως θα μπορούσε να φανεί αστείο, ήταν περίτεχνοι μαντρότοιχοι κατά μήκος του δρόμου που προϊδέαζαν για ένα σπουδαίο κτίριο μέσα τους, και που ανακάλυπτες ότι δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά ένα χέρσο χωράφι. Λυπάμαι που δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να λύσω το μυστήριο με κάποια από τις ελάχιστες γνωριμίες που κάναμε. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να φάμε σε κάποιο χώριο, σε κάποιο υποτυπώδες μπαρ-ταβέρνα, ένα από τα πιο λιτά γεύματα που έχουμε κάνει. Μικρή στάση για να ξεμουδιάσουμε και ξανά στο δρόμο για τον προορισμό. Σήμερα μετά από τόσο καιρό δεν θυμάμαι οι δρόμοι να ήταν σε κακή κατάσταση κάτι που θυμάμαι σίγουρα από το προηγούμενο ταξίδι στην Τουρκία. Δεν έχω καμιά ανάμνηση κούρασης από αυτά τα τετρακόσια σερί χιλιόμετρα που κάναμε όπως έχω από την εφιαλτική διαδρομή (λόγω υπερβολικής ζέστης) μια βδομάδα αργότερα πηγαίνοντας από το Μαρακές στη Φες. Και ας μην υπήρχαν, τότε, αυτοκινητόδρομοι όπως υπάρχουν σήμερα. Ας είναι καλά η ενδοσυνενοήση που είχαμε και μας επέτρεπε να εποικινωνούμε, αν και υπήρχαν ατέλειωτα κομμάτια σιωπής πολύ δημιουργικής.

   

Νωρίς το απόγευμα μόλις κρύφτηκε ο ήλιος πίσω από τα βουνά φτάσαμε στο (Κ)Ουαρσαζάτ και λίγο πριν μπούμε στη πόλη είδαμε μια παλιά ξεφτισμένη ταμπέλα “Hotel chez Dimitiri”. Ένα έντονο χαρούμενο συναίσθημα μας πλημμυρισε. Δεν μας είχε πει ψέμματα ο τύπος στο Αγκαντίρ. Όντως υπήρχε Έλληνας σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος του κόσμου και θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω για αυτόν. Μπήκαμε λοιπόν στην πόλη ψάχνωντας για το “epiceri Dimitri” Το βρήκαμε στον κεντρικό δρόμο, ένα μπακάλικο και απέναντι ένα restaurant. Μπήκαμε μέσα και ζητήσαμε τον ιδιοκτήτη, και συναντήσαμε έναν Άραβα που καταλάβαινε ελληνικά αλλά δεν έδειξε πολύ χαρούμενος που έβλεπε δυο Έλληνες. Ίσως να έφταιγε η μοτοσυκλέτα, γιατί στα ταξίδια που κάναμε σε τέτοιες χώρες κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει, όταν μας ρωτούσε την τιμή της μηχανής μας, πως είναι δυνατόν να ταξιδεύουμε με αυτήν ενώ με τα ίδια λεφτά θα μπορούσαμε ένα εξαιρετικό αυτοκίνητο. ΄Ηταν μια κλασσική αντίδραση έκπληξης μιας και σε αυτές τις χώρες η μηχανή είναι το μεταφορικό μέσο του φτωχού και αν προσθέσεις όλο τον εξοπλισμό που είχαμε φορτώσει πάνω της ήταν λογικό στα μάτια τους να μοιάζουμε για τσιγγάνοι.

 

Με βαριά καρδιά μας παρέπεμψε στο απέναντι εστιατόριο όπου μας υποδέχτηκαν με πολύ πιο θετική έκφραση. Μας εξήγησαν ότι η ταμπέλα ήταν παλιά και το ξενοδοχείο δεν υπήρχε πια, ευτυχώς όμως υπήρχε ένα πανέμορφο ξενοδοχείο που είχανε δυο Γάλλοι γιατι όπως καταλαβαίνετε δεν υπήρχε περίπτωση να βρούμε κάμπινγκ σε αυτή την περιοχή.  Αφού ταχτοποιήθηκαμε και κάναμε ένα μπάνιο, γυρίσαμε στο εστιατόριο όπου υπήρχε ένα τεράστιο τραπέζι στρωμένο, ο γιος του ιδιοκτήτη και η μεγάλη έκπληξη άλλα δυο ζευγάρια καθηγητών από τη Θεσσαλονίκη που γύριζαν το Μαρόκο με ένα νοικισμένο αυτοκίνητο έχοντας βάση την Καζαμπλάνκα. Ήτανε οι πρώτοι και οι τελευταίοι Έλληνες που συναντήσαμε σε αυτό το ταξίδι

Ο Πέτρος Κατρακάζος ήταν γιος του Δημήτρη Κατρακάζου που έφυγε μικρό παιδί από την Μυτιλήνη για την Αμερική. Τελευταίο λιμάνι που πιάνανε τα πλοία πριν διασχίζουν τον Ατλαντικό ήταν η Καζαμπλάνκα. Στις αρχές του 1900 όταν ένα υπερωκεάνειο έπιανε λιμάνι ήταν γεγονός σπουδαίο και οι εφημερίδες δεν περιοριζόντουσαν απλά να το αναφέρουν αλλά δημοσίευαν και τη λίστα επιβατών με τα ονόματα και την καταγωγή τους. Ένας Έλληνας έμπορος που ζούσε στην Καζαμπλάνκα ανακάλυψε κάποιο Δημήτρη Κατρακάζο που καταγόταν από το χωριό του στη Λέσβο. Πήγε και τον βρήκε στο πλοίο και τον παρότρυνε να μείνει στο

Μαρόκο βοηθός του όπου υπήρχαν πολλές ευκαιρείες να καζαντίσει κάποιος προκομένος Ευρωπαίος. Ο Δημήτρης τον ακολούθησε, έμαθε τα μυστικά του εμπορίου και στα δεκαεφτά του άνοιξε δικά του φτερά αναλαμβάνοντας τροφοδοσίες του γαλλικού στρατού (λεγεώνα των ξένων). Εγκαταστάθηκε στην Ουαρσαζάτ και αποδείχτηκε άξιος μαθητής του μέντορα του. Ο Πέτρος ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μασαλίας (οικονομολόγος) και τα καλοκαίρια γυρνούσε στην πόλη που γεννήθηκε. Ο πατέρας τους συνταξιούχος πια ήταν στην Μυτιλήνη. Ήταν πολύ συγκινητικό να μιλάμε ελληνικά σε ένα τέτοιο μέρος μετά από τόσο καιρό. Τον ευχαριστούμε για την φιλοξενεία και το θυμόμαστε ακόμα. Είκοσι χρόνια μετά, βλέπωντας ένα ταξιδιωτικό της Μάγιας Τσόκλη στη ΝΕΤ με θέμα το Μαρόκο τον συναντήσαμε να την ξεναγεί στην Ουαρσαζάτ που είχε μετατραπεί σε πόλη του κινηματογράφου εξαιτίας τον πολλών ταινίων που γυριζόταν στην έρημο της και του φυσικού σκηνικού που προσέφερε.

Με τη δυνατότητα που μας δίνει σήμερα το internet προσπαθήσαμε να κάνουμε μια μικρή έρευνα σχετικά με τον Πέτρο Κατρακάζο, την ταβέρνα Chez Dimitri και την Κουαρσαζάτ. Με μεγάλη μας έκπληξη διαπιστώσαμε ότι το υπέροχο φαγητό που φάγαμε τότε σήμερα κατατάσει την ταβέρνα σε μια απο τις καλύτερες του Μαρόκο. Μόνο που σήμερα εκτός των παραδοσιακών Μαροκινών σπεσιαλιτέ το εστιατόριο φημίζεται και για το μουσακά του.

http://www.bestrestaurantsmaroc.com/en/restaurant-maroc/chez-dimitri.html  

http://www.ledvoyages.com/restaurant-ouarzazate-dimitri.htm

http://www.theworldoffroad.gr/theworldoffroad/detail.php?topic_id=245

   

Το πρωί της επομένης αφού αποχαιρετήσαμε τα δύο ζευγάρια από τη Θεσσαλονίκη και μετά την αναμνηστική φωτογραφία ξεκίνησαμε για να γνωρίσουμε την πραγματική έρημο της Σαχάρας. Το προηγούμενο βράδυ ο Πέτρος, μας είχε εξηγήσει ότι φτάνωντας στην Ζαγορά θα βρίσκαμε βενζινάδικο που ήταν απαραίτητο να γεμίσουμε για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε μια και τα 200 km που θα κάναμε για να φτάσουμε θα εξαντλούσανε το ρεζερβουάρ μας. Αφήσαμε όλων μας τον εξοπλισμό στο ξενοδοχείο και πήραμε μόνο τα απαραίτητα και την φωτογραφική μηχανή. Ακολουθούσαμε ένα υποτυπώδες ποτάμι το οποίο σε πάρα πολλά σημεία της διαδρομής μαρτυρούσε την ύπαρξη του μόνο απο τους φοίνικες που ήταν σπαρμένοι στις όχθες του.

   

Αυτό που κάναμε, ήταν ένα ατόπημα πέρα από οποιαδήποτε λογική. Όλοι και κυρίως οι μοναχικοί ταξιδιώτες, ξεκινούν το απόγευμα όταν πέφτει η θερμοκρασία και πηγαίνουν στην έρημο όπου και διανυκτερεύουν κάτω από ένα σχετικό κρύο. Το πρωί ξυπνούν για να δούν ένα από τα ωραιότερα θεάματα που είναι η ανατολή του ήλιου και φεύγουν πριν αυτός προλάβει να αναίβει ψηλά. Εμείς σαν κλασικοί Έλληνες που ζούμε τις μικρές ώρες και κοιμόμαστε τις μεγάλες κάναμε το αντίθετο. Ξεκινήσαμε όταν ο ήλιος είχε ήδη ανέβει με αποτέλεσμα να φτάσουμε στη Ζαγορά όταν αυτός είναι στο ζενίθ του. Η πρώτη μας δουλειά ήταν να εντοπίσουμε το βενζινάδικο όπου προς μεγάλη μας απαγοήτευση πληροφορηθήκαμε ότι δεν υπήρχε βενζίνη super αλλά μόνο απλή. Μας διαβεβαίωσαν όμως ότι το απόγευμα θα ερχόταν το βυτίο.

    Η δεύτερη δουλειά ήταν να πάμε στο ξενοδοχείο που μας είχε συστήσει ο Πέτρος να                   αναπαυτούμε για λίγο και να δροσιστούμε πριν τολμήσουμε να αφήσουμε τον δρόμο που έδω τέλειωνε και να γευτούμε την πραγματική έρημο. Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Από δω και μπρος ταξιδεύαμε επευθύνη μας και κανείς δεν θα ερχόταν να μας ψάξει αν δεν γυρίζαμε. Μόνο εάν ταξιδεύαμε με κονβόυ και το δηλώναμε στην αστυνομία θα μας έψαχναν εάν δεν φτάναμε στον προορισμό μας την καθορισμένη μέρα. Το δεύτερο πρόβλημα που θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αν αποφασίζαμε να απομακρυνθούμε ήταν τα ασαφή και αμφισβητούμενα σύνορα του Μαρόκου με την Αλγερία στην συγκεκριμένη περιοχή την οποία κάθε μια χώρα διεκδικούσε για λογαριασμό της, και που ήταν γνωστή ως θέατρο επιχειρήσεων αυτονομιστικών κινημάτων.

   

Δεν υπήρχε περίπτωση όμως να μην περπατήσουμε και να φωτογραφίσουμε τις “θίνες” που μόνο από φωτογραφίες και ταινίες γνωρίζαμε. Αυτό που για εμάς την η πραγματική Σαχάρα. Έτσι χωθήκαμε μέσα στην έρημο μέχρι το σημείο που μια μοτοσυκλέτα τουρισμού με λάστιχα ασφάλτου να μπορούσε να φτάσει. Όταν αποφασίσαμε να επιστρέψουμε, κάτω από αφόρητη ζέστη και με την άμμο να καίει κυριολεκτικά ένιωσα κάτι καυτό στο δεξί μου πόδι. Ό,τι χειρότερο μπορούσε να μας συμβεί. Μια διαρροή λαδιού από τη βαλβίδα της πίεσης. Σταμάτησα να ελέγξω τη ζημιά. Η διαρροή προς το παρόν ήταν μικρή και θα μπορούσα να την διορθώσω με ένα σωληνάριο σιλικόνης που είχα στα εργαλεία μου. Δεν υπήρχε όμως δέντρο για σκιά, σε απόσταση χιλιομέτρων, και με τον κινητήρα στο maximum της θερμοκρασίας κάτω από έναν τέτοιο καυτό ήλιο, ήταν αδύνατον να περιμένουμε να κρυώσει για να καλύψω την διαρροή. Έλεγξα τη στάθμη του λαδιού και αποφάσισα να συνεχίσω την επιστροφή στη Ζαγόρα όπου στο βενζινάδικο θα έλεγχα ξανά τη στάθμη για να αποφασίσω τι θα έκανα. Είχα μαζί μου ένα μπετόνι με ένα λίτρο λαδιού και το επιπλέον ψυγείου λαδιού που είχα προσθέσει στη μηχανή πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου έδινε άλλο ένα λίτρο περίσευμα. Με λαδωμένο το πόδι έφτασα στη Ζαγορά και διαπίστωσα ότι το λάδι θα μου έφτανε για να καλύψω τα 200 km μέχρι την (Κ)Ουαρζαζάτ.Δυστυχώς όμως το βυτίο δεν είχε έρθει και έτσι αναγκάστηκα να γεμίσω με απλή βενζίνη, με ό,τι συνεπάγεται αυτή για τον κινητήρα που χρειαζόταν 100 οκτάνια βενζίνης. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής με μεγάλη αγωνία με συνεχής μετρήσεις της στάθμης του λαδιού και με ένα τσουβάλι τυλιγμένο στο δεξί πόδι που ένας μηχανικός μας πούλησε αφού το ανέσυρε από έναν σκουπιδοτενεκέ.

     

Η επιστροφή στο πανέμορφο ξενοδοχείο μας στην (Κ)Ουρζαζάτ θεωρήθηκε σαν ένα μεγάλο κατόρθωμα και ήταν ό,τι πιο ανακουφιστικό έχουμε ζήσει. Μπάνιο, λίγη ξεκούραση και δείπνο με τον Πέτρο όπου μας μίλησε για τόσα πολλά πράγματα που συνέβαιναν σε αυτή τη χώρα. Την άλλη μέρα το πρωί και ενω η Ντίνα ξεκουραζόταν στο ξενοδοχείο ένας υπάλληλος του μας συνόδευσε σε ένα συνεργείο όπου αφού έλυσα τα απαραίτητα και έβγαλα τη βαλβίδα του λαδιού του ζήτησα να ψάξουν σε ένα κατάστημα ανταλακτικών για μια βαλβίδα από μικρό Fiat (127-128) γιατί ήμουν πεπεισμένος ότι θα ταίριαζε. Διαφορετικά για ένα τορναδόρο να μου φτιάξει μια μούφα που η μία της μεριά να βιδώνει στο μπλόκ της μηχανής μου και στην άλλη να μπορεί να βιδώσει μια βαλβίδα αυτοκινήτου. Ευτυχώς η βαλβίδα της Fiat είχε το ίδιο σπείρωμα και έτσι το πρόβλημα λύθηκε χωρίς άλλη ταλαιπωρία. Ήμασταν πλέον έτοιμοι να ξεκινήσουμε για το επόμενο στάδιο του ταξιδιού μας, να περάσουμε δηλαδή, την ψηλή οροσειρά του Άτλαντα και να βρεθούμε στην άλλη του πλευρα  στο πασίγνωστο Μαρακές.

Συνεχίζεται με το Δ’ μέρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *